Γιατί δυσκολευόμαστε να πούμε ότι είμαστε στην εμμηνόπαυση
Υπάρχει κάτι που έχω παρατηρήσει ξανά και ξανά:
πολλές γυναίκες δυσκολεύονται να πουν τη λέξη εμμηνόπαυση.
Όχι μόνο δημόσια. Ούτε καν μεταξύ φίλων. Μερικές φορές ούτε στον ίδιο τους τον εαυτό.
Λέμε «περνάω μια φάση».
Λέμε «κάτι συμβαίνει τελευταία».
Λέμε «δεν είμαι στα καλύτερά μου».
Αλλά σπάνια λέμε ξεκάθαρα: είμαι στην εμμηνόπαυση.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο.
Η λέξη που αποφεύγουμε
Δεν πιστεύω ότι αποφεύγουμε τη λέξη επειδή δεν ξέρουμε τι σημαίνει.
Την αποφεύγουμε γιατί κουβαλάει πάνω της νοήματα που μας βαραίνουν.
Η εμμηνόπαυση δεν παρουσιάζεται κοινωνικά ως μια φυσική μετάβαση. Συχνά συνδέεται με την ηλικία με έναν τρόπο σχεδόν τιμωρητικό. Με εικόνες απώλειας, παρακμής, τέλους. Σαν να κλείνει μια πόρτα και να μην ανοίγει καμία άλλη.
Και καμία γυναίκα δεν θέλει να νιώσει ότι μπαίνει σε μια κατηγορία που την περιορίζει ή τη μικραίνει.
Η αμηχανία δεν είναι προσωπική αποτυχία
Πολλοί ψυχολόγοι εξηγούν ότι η ντροπή δεν γεννιέται μέσα μας αυθόρμητα. Μαθαίνεται. Είναι αποτέλεσμα των μηνυμάτων που έχουμε λάβει γύρω από το τι θεωρείται αποδεκτό και τι όχι.
Στην ψυχολογία έχει ειπωθεί ότι ντρεπόμαστε κυρίως για ό,τι:
Συνδέεται με απώλεια ελέγχου
Μας απομακρύνει από την εικόνα που είχαμε για τον εαυτό μας
Φοβόμαστε ότι θα αλλάξει τον τρόπο που μας βλέπουν οι άλλοι
Η εμμηνόπαυση αγγίζει και τα τρία.
Δεν αφορά μόνο το σώμα. Αφορά την εικόνα μας, τη θηλυκότητα, την αίσθηση ότι “είμαι όπως πριν”. Και κάθε αλλαγή εικόνας, όσο φυσική κι αν είναι, φέρνει αμηχανία.
Γιατί δεν τη λέμε ούτε στο περιβάλλον μας
Ακόμα και μεταξύ φίλων, πολλές γυναίκες αποφεύγουν τη λέξη. Όχι επειδή δεν εμπιστεύονται, αλλά επειδή δεν θέλουν να γίνουν «το θέμα». Να ακουστούν σαν πρόβλημα. Να μπουν σε συζητήσεις γεμάτες αμηχανία ή αδιάκριτες ερωτήσεις.
Η ψυχολογία λέει ότι όταν κάτι δεν έχει κανονικοποιηθεί κοινωνικά, το κουβαλάμε σαν προσωπικό βάρος. Και έτσι, αντί να το μοιραστούμε, το διαχειριζόμαστε σιωπηλά.
Η εμμηνόπαυση στον χώρο της δουλειάς
Στον επαγγελματικό χώρο, η λέξη εμμηνόπαυση μοιάζει σχεδόν απαγορευμένη. Εκεί κυριαρχεί η εικόνα της σταθερότητας, της απόδοσης, του ελέγχου. Οτιδήποτε δείχνει μετάβαση ή ευαλωτότητα θεωρείται ρίσκο.
Πολλοί ψυχολόγοι εξηγούν ότι σε περιβάλλοντα όπου η αξία μας συνδέεται άμεσα με την απόδοση, αποφεύγουμε να μιλήσουμε για οτιδήποτε μπορεί να παρερμηνευθεί ως αδυναμία. Ακόμα κι αν δεν είναι.
Έτσι, πολλές γυναίκες σωπαίνουν. Συνεχίζουν κανονικά. Προσαρμόζονται. Κρύβουν. Όχι γιατί δεν έχουν φωνή, αλλά γιατί φοβούνται το πώς θα ακουστεί.
Όταν αλλάζει το πλαίσιο, αλλάζει και η κουβέντα
Το πρόβλημα δεν είναι η εμμηνόπαυση.
Είναι το πλαίσιο μέσα στο οποίο μάθαμε να τη βλέπουμε.
Αν μεγαλώναμε σε μια κοινωνία όπου αυτή η φάση παρουσιαζόταν ως εξέλιξη και όχι ως απώλεια, δεν θα μας ήταν τόσο δύσκολο να την ονομάσουμε.
Όσο δεν τη λέμε, τόσο της δίνουμε μεγαλύτερη δύναμη απ’ όση της αξίζει.
Η σιωπή δεν μας προστατεύει. Μας απομονώνει.
Δεν χρειάζεται να το φωνάζεις. Αλλά δεν χρειάζεται και να το κρύβεις.
Δεν χρειάζεται να ανακοινώνεις σε όλους ότι βρίσκεσαι στην εμμηνόπαυση.
Δεν είναι ταμπέλα, ούτε δήλωση ταυτότητας.
Αλλά δεν χρειάζεται και να την κρύβεις πίσω από μισόλογα και γενικόλογες φράσεις, σαν να είναι κάτι για το οποίο πρέπει να απολογηθείς.
Η λέξη δεν σε ορίζει.
Η σιωπή γύρω της, όμως, μπορεί να σε περιορίσει.
Και ίσως το πρώτο βήμα δεν είναι να μιλήσουμε πιο δυνατά.
Αλλά να μιλήσουμε πιο κανονικά.
Χριστίνα Δημητρέλου
Ιδρύτρια του The Mute Project
Το άρθρο βασίζεται σε προσωπικές παρατηρήσεις, εμπειρίες και δημόσιο διάλογο γύρω από το θέμα. Δεν αποτελεί ιατρική ή επιστημονική συμβουλή.