Όταν η ζωή σου «φαίνεται τέλεια», αλλά εσύ όχι.
Υπάρχει μια φράση που πολλές γυναίκες ακούν και συνήθως τις κάνει να σωπαίνουν.
«Μα γιατί είσαι έτσι; Αφού δεν σου λείπει τίποτα.»
Λέγεται συχνά με καλή πρόθεση.
Αλλά καταλήγει να ακυρώνει αυτό που νιώθεις.
Γιατί πώς απαντάς όταν όλα “φαίνονται” στη θέση τους, αλλά εσύ δεν είσαι;
Όταν το συναίσθημα χρειάζεται δικαιολογία
Ζούμε σε μια κοινωνία που μας έμαθε ότι για να νιώθεις άσχημα πρέπει να υπάρχει λόγος.
Ένα πρόβλημα. Μια απώλεια. Κάτι χειροπιαστό.
Όταν όμως δεν υπάρχει κάτι συγκεκριμένο να δείξεις, το συναίσθημα μοιάζει ύποπτο.
Σαν να πρέπει να απολογηθείς που δεν είσαι καλά.
Κι έτσι αρχίζεις να αμφιβάλλεις κι εσύ η ίδια:
Μήπως υπερβάλλω;
Μήπως είμαι αχάριστη;
Μήπως απλώς πρέπει να “σφίξω τα δόντια”;
Αυτή η εσωτερική αμφισβήτηση είναι πολλές φορές πιο βαριά από το ίδιο το συναίσθημα.
Η πίεση του “αφού τα έχεις όλα”
Το “δεν σου λείπει τίποτα” δεν είναι ουδέτερη φράση.
Κουβαλάει προσδοκία.
Να είσαι ευγνώμων.
Να είσαι ήρεμη.
Να είσαι δυνατή.
Να μην χαλάς την εικόνα.
Όμως η ευγνωμοσύνη δεν ακυρώνει το βίωμα.
Μπορείς να εκτιμάς τη ζωή σου και ταυτόχρονα να δυσκολεύεσαι μέσα της.
Αυτή η συνύπαρξη το “έχω πολλά” και το “δεν είμαι καλά” , είναι κάτι που δύσκολα χωράει στον δημόσιο λόγο. Γι’ αυτό και πολλές γυναίκες το κρατούν μέσα τους.
Γιατί συμβαίνει τόσο συχνά μετά τα 40
Μετά τα 40, πολλές γυναίκες βρίσκονται σε μια παράξενη θέση.
Έχουν χτίσει πράγματα. Έχουν πετύχει στόχους. Έχουν αντέξει πολλά.
Και ακριβώς γι’ αυτό, η κοινωνία περιμένει να είναι “καλά”.
Όμως αυτή η περίοδος δεν είναι σταθερή. Είναι μεταβατική.
Αλλάζουν ρόλοι, αντοχές, προτεραιότητες, σώμα, ψυχική ενέργεια.
Δεν υπάρχει πάντα ένα συγκεκριμένο γεγονός.
Υπάρχει μια αίσθηση ότι κάτι μετακινείται εσωτερικά.
Και όταν αυτή η αλλαγή δεν έχει λέξεις, γεννά σύγχυση.
Όχι μόνο στους άλλους ,κυρίως σε εμάς.
Όταν οι άλλοι θέλουν να σε καθησυχάσουν
Πολλές φορές οι άνθρωποι γύρω μας λένε τέτοιες φράσεις όχι από κακία, αλλά από αμηχανία.
Θέλουν να μας καθησυχάσουν. Να μας “φτιάξουν”. Να κλείσουν γρήγορα την κουβέντα.
Όμως αυτό που χρειάζεται δεν είναι λύση.
Είναι χώρος.
Να μπορείς να πεις:
«Δεν ξέρω ακριβώς τι μου συμβαίνει, αλλά δεν είμαι καλά.»
Χωρίς να πρέπει να το αιτιολογήσεις.
Χωρίς να σε συγκρίνουν με άλλους.
Χωρίς να σου υπενθυμίζουν τι “θα έπρεπε” να νιώθεις.
Δεν χρειάζεται να σου λείπει κάτι για να μην είσαι καλά
Αυτή ίσως είναι η πιο δύσκολη παραδοχή.
Ότι το συναίσθημα δεν λειτουργεί με λογιστικό τρόπο.
Δεν είναι λίστα.
Δεν είναι ισοζύγιο.
Δεν είναι “έχω και δεν έχω”.
Μπορεί όλα να είναι στη θέση τους και εσύ να νιώθεις εκτός.
Και αυτό δεν σε κάνει αδύναμη. Σε κάνει άνθρωπο.
Η σιωπή που δημιουργεί το “αφού δεν σου λείπει τίποτα”
Όταν ακούμε συχνά αυτή τη φράση, μαθαίνουμε να μην μιλάμε.
Να μικραίνουμε αυτό που νιώθουμε.
Να το κλείνουμε μέσα μας μέχρι να γίνει πιο βαρύ.
Κι έτσι, αντί να ανοίγει η κουβέντα, κλείνει.
Και πολλές γυναίκες μένουν μόνες με ένα συναίσθημα που δεν τους επιτρέπεται να έχουν.
Ίσως το θέμα δεν είναι να είμαστε “καλά”
Ίσως το θέμα είναι να μας επιτρέπεται να μην είμαστε.
Χωρίς ενοχή. Χωρίς εξήγηση. Χωρίς σύγκριση.
Γιατί το να μην είσαι καλά δεν σημαίνει ότι απορρίπτεις τη ζωή σου.
Σημαίνει ότι κάτι μέσα σου ζητά προσοχή.
Και αυτό από μόνο του είναι αρκετό.
Αν έχεις ακούσει κι εσύ τη φράση “αφού δεν σου λείπει τίποτα” και ένιωσες ότι δεν σε καταλαβαίνουν, μπορείς να το μοιραστείς εδώ.
Κάποιες εμπειρίες χρειάζονται χώρο για να ακουστούν.
Χριστίνα Δημητρέλου
Ιδρύτρια του The Mute Project
Το άρθρο βασίζεται σε προσωπικές παρατηρήσεις, εμπειρίες και δημόσιο διάλογο γύρω από το θέμα. Δεν αποτελεί ιατρική ή επιστημονική συμβουλή.